Από τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου εκείνο το πρωί ήξερα τι ήθελα να κάνω. Έτσι ντύθηκα και κατευθύνθηκα προς την εκκλησία της περιοχής. Είχα παλιούς λογαριασμούς μαζί της. Ήταν πριν από επτά, οκτώ χρόνια που ήμασταν πάλι εδώ και κολυμπούσαμε στη θάλασσα όταν κάτι έπεσε με δύναμη από τον ουρανό στη θάλασσα. Όλοι οι λουόμενοι έτρεξαν πανικόβλητοι προς τα έξω, μα εγώ, που πάντα με χαρακτήριζε η περιέργεια, κολύμπησα προς το μέρος του. Ότι κι αν ήταν δεν αισθανόμουν φόβο. Κολύμπησα γρήγορα και είδα ότι ήταν ένα μικρό πουλί που είχε πέσει στη θάλασσα. Φαντάστηκα τον τρόμο του και έτσι έκανα φωλιά τα χέρια μου και το οδήγησα προς τη στεριά. Πλήθος με πλαισίωσε στο λεπτό για να δει τι ήταν αυτό που τόσο τους είχε τρομάξει, μα ήταν μονάχα ένα πουλάκι. Ένα μικρό πουλάκι που μετά από λίγο στα χέρια μου ξεπέρασε τον φόβο του και άρχισε δειλά δειλά να χοροπηδάει,τσουπ τσουπ, πάνω στη ξαπλώστρα.
Δεν είχε δυνάμεις να πετάξει ακόμα οπότε απλά χοροπηδούσε. Και ξαφνικά άρχισε να δείχνει μια ιδιαίτερη αδυναμία στο Δημήτρη και σκαρφάλωνε πάνω του, τον τσιμπούσε με αγάπη και κρυβόταν κάτω από το μαγιό του προκαλώντας σε όλους γέλια. Και περάσαμε ωραία μαζί και το αγάπησα το μικρό πουλάκι.Μα στο τέλος της ημέρας που μπορούσε πλέον να πετάξει έπρεπε να το αφήσω ελεύθερο να συνεχίσει το ταξίδι του. Και έτσι το έβαλα και πάλι στη μικρή φωλιά που σχημάτιζαν τα χέρια μου και το πήγα μέχρι την εκκλησία όπου και το αποχαιρέτησα αφήνοντας το πάνω σε μια ρογδιά. Είπαμε ένα αντίο και πέταξε μακριά.
Σε εκείνη την εκκλησία λοιπόν και σε εκείνη τη ρογδιά πήγα. Κάθισα και σκεφτόμουν το πουλί αλλά και τον Δημήτρη που και οι δυο πέταξαν μακριά. Κι εκεί που είχα αρχίσει να σκέφτομαι όλα εκείνα που με στενοχωρούσαν πέταξε μπροστά μου, φλερτάροντας με τον άνεμο, μια άσπρη πεταλούδα. Κι από κει και πέρα δεν έφυγε. Πετάριζε δίπλα μου, μπροστά μου,πίσω μου κι εγώ δεν άργησα να πιάσω το σινιάλο κι έτσι άρχισε το κυνηγητό. Αυτή πετούσε από φυτό σε φυτό κι εγώ την ακολουθούσα παιχνιδιάρικα. Και κάθε φορά που σταματούσε και της άπλωνα το δάχτυλο μου σαν κλαδάκι για να ανέβει, κάθε φορά άνοιγε τα φτερά της και πετούσε λίγο πιο μακριά και λίγο πιο μακριά. Το κυνηγητό αυτό κράτησε πολύ ώρα και αλήθεια το έβρισκα διασκεδαστικό. Ήταν τόσο όμορφη με τα κάτασπρα φτερά της και την μαύρη κηλίδα στη κορυφή της.Σκεφτόμουν πως έγινα φίλη με μια πεταλούδα και χαμογελούσα. Ποιος άλλος να έχει γίνει άραγε φίλος με μια πεταλούδα;
Και φαίνεται πως κι εκείνη απολάμβανε εξίσου την φιλία μας γιατί αντί να φτερουγίσει μακριά, πετούσε ανάμεσα στα πόδια μου και με χάιδευε με τα φτερά της. Και την ακολουθούσα, την ακολουθούσα μέχρι που άρχισε να απομακρύνεται, μα πάλι την ακολούθησα. Μέχρι που έφτασε σε ένα γκρεμό, σε έναν απότομο γκρεμό που οδηγούσε στη θάλασσα. Χτύπησε μερικές φορές τα φτερά της και βρέθηκε να αιωρείται στο κενό. Κι εκεί πέρα στάθηκε και με περίμενε. Σαν να ήθελε να δοκιμάσει τη πίστη μου. Να δει εάν θα συνέχιζα το παιχνιδιάρικο κυνηγητό μας.
Κι έτσι στάθηκα και την κοίταξα, με κοίταξε και εκείνη. Έκανα ένα βήμα μπροστά, μα έπειτα της χαμογέλασα και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Καμία φιλία δεν θα έπρεπε να σε ωθεί σε μια τέτοια θυσία. Κι έτσι γύρισα προς το δωμάτιο μου.Πριν μπω όμως μέσα στάθηκα για μερικά δεύτερα και χάζεψα τη γλάστρα με το βασιλικό που πάνω του ξαπόστεναν δεκάδες άσπρες πεταλούδες με μια μαύρη κηλίδα στη κορυφή τους. Και τότε χαμογέλασα γιατί ήξερα πως καμιά τους δεν ήταν σαν τη δική μου πεταλούδα. Και δεν θα μπορούσε να γίνει. Γιατί με τη δική μου πεταλούδα μας έδενε κάτι ξεχωριστό, μια ιδιαίτερη φιλία, ένα κυνηγητό, ένα ανάλαφρο πέταγμα στον ουρανό. Και αυτό ποτέ ξανά καμία πεταλούδα δεν θα μπορούσε να μου το χαρίσει. Γιατί είχα πια τη δική μου πεταλούδα. Κι αν καμιά μέρα μια τέτοια πεταλούδα φτερουγίσει παιχνιδιάρικα μπροστά μου, θα ξέρω ότι θα είναι αυτή, που γύρισε γη και ουρανό για να με βρει, για να ξεκινήσουμε ένα νέο κυνηγητό φτου κι απ’ την αρχή. Και τότε θα χαμογελάσω και θα αρχίσω να την κυνηγάω.




0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου